Υπάρχει μια λέξη που σπάνια χρησιμοποιούμε όταν περιγράφουμε το τι νιώθουμε το καλοκαίρι, αν και είναι συχνά αυτή ακριβώς η λέξη που περιγράφει καλύτερα την εμπειρία. Ντροπή. Λέμε «άγχος», λέμε «δεν μου αρέσει πώς φαίνομαι», λέμε «δεν νιώθω άνετα», αλλά κάτω από όλα αυτά, πολύ συχνά, βρίσκεται η ντροπή. Και η ντροπή είναι ένα από τα πιο δύσκολα συναισθήματα να αναγνωρίσουμε, γιατί από τη φύση της θέλει να κρύβεται.
Τι είναι πραγματικά η ντροπή
Η ντροπή διαφέρει από την ενοχή, αν και συχνά τις μπερδεύουμε. Η ενοχή αφορά κάτι που έκανες, «έκανα κάτι κακό». Η ντροπή αφορά το ποιος είσαι, «είμαι κάτι κακό» ή «κάτι δεν πάει καλά με εμένα». Αυτή η διαφορά είναι κρίσιμη, γιατί η ντροπή δεν αφήνει περιθώριο διόρθωσης. Δεν μπορείς να «διορθώσεις» ποιος είσαι με τον ίδιο τρόπο που μπορείς να διορθώσεις μια πράξη.
Όταν κάποιος νιώθει ντροπή για το σώμα του, δεν σκέφτεται απλώς «δεν μου αρέσει αυτό το κομμάτι του σώματός μου». Νιώθει κάτι πιο βαθύ, σαν το ίδιο το σώμα να αποκαλύπτει κάτι ανεπιθύμητο για το ποιος είναι ως άνθρωπος. Αυτή η αίσθηση είναι εξαιρετικά επίπονη, γιατί δεν αφορά κάτι που μπορείς εύκολα να αλλάξεις ή να διαχειριστείς λογικά.
Γιατί το καλοκαίρι ενεργοποιεί τη ντροπή
Η ντροπή τρέφεται από την αίσθηση ότι κάποιος μας βλέπει και μας κρίνει, ή ότι θα μας κρίνει αν δει κάτι που κρύβουμε. Το καλοκαίρι, με το σώμα λιγότερο καλυμμένο, αυτή η αίσθηση έκθεσης ενισχύεται δραματικά. Δεν είναι μόνο ότι οι άλλοι μπορούν να δουν περισσότερο από το σώμα μας. Είναι ότι εμείς οι ίδιοι νιώθουμε ότι δεν έχουμε πού να κρυφτούμε από τη δική μας κρίση.
Αν έχεις μεγαλώσει σε περιβάλλον όπου το σώμα σχολιαζόταν συχνά, ίτε από γονείς, είτε από συνομηλίκους στο σχολείο, είτε από τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο, αυτά τα σχόλια δεν εξαφανίστηκαν όταν μεγάλωσες. Συχνά εσωτερικεύτηκαν και έγιναν η δική σου εσωτερική φωνή. Το καλοκαίρι, όταν το σώμα είναι πιο εκτεθειμένο, αυτή η εσωτερική φωνή γίνεται πιο δυνατή, ακόμα κι αν κανείς γύρω σου δεν λέει τίποτα.
Πώς η ντροπή μας κάνει να αποσυρόμαστε
Ένα από τα χαρακτηριστικά της ντροπής είναι ότι μας κάνει να θέλουμε να εξαφανιστούμε, να μικρύνουμε, να αποφύγουμε τη θέα. Αυτό εξηγεί γιατί κάποιοι άνθρωποι αποφεύγουν την παραλία, αρνούνται προσκλήσεις για πισίνα, φοράνε ρούχα πολύ πιο καλυμμένα απ’ ό,τι θα ήθελαν με τη ζέστη, ή αποφεύγουν να φωτογραφηθούν. Δεν είναι επιλογή άνεσης. Είναι στρατηγική προστασίας από ένα συναίσθημα που νιώθεται αφόρητο.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αποφυγή, ενώ ανακουφίζει βραχυπρόθεσμα, ενισχύει μακροπρόθεσμα την ντροπή. Κάθε φορά που αποφεύγουμε μια κατάσταση επειδή νιώθουμε ντροπή, στέλνουμε στον εαυτό μας το μήνυμα ότι πράγματι υπάρχει κάτι που πρέπει να κρύψουμε. Ο κύκλος ενισχύεται αντί να σπάει.
Η διαφορά ανάμεσα στην ντροπή και την αλήθεια
Κάτι σημαντικό που έχω μάθει μέσα από τη δουλειά μου είναι ότι η ντροπή σχεδόν ποτέ δεν λέει την αλήθεια για το πρόσωπο που τη νιώθει. Η ντροπή είναι ένα συναίσθημα που συχνά κληρονομήσαμε από αλλού, από σχόλια, βλέμματα, πρότυπα που μας επιβλήθηκαν χωρίς να τα διαλέξουμε. Δεν αντανακλά την πραγματική αξία ή ομορφιά ενός ανθρώπου. Αντανακλά ιστορίες που μάθαμε να πιστεύουμε για τον εαυτό μας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αρκεί να το ξέρεις λογικά για να εξαφανιστεί η ντροπή. Η ντροπή είναι βαθιά σωματική εμπειρία, όχι απλώς σκέψη, γι’ αυτό και η λογική από μόνη της σπάνια αρκεί για να τη διαλύσει.
Πώς αντιμετωπίζεται η ντροπή
Το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα είναι να την ονομάσεις. Η ντροπή ζει και μεγαλώνει στη σιωπή και στη μυστικότητα. Το να πεις σε κάποιον έμπιστο «νιώθω ντροπή για το σώμα μου το καλοκαίρι» είναι από μόνο του μια πράξη που μειώνει τη δύναμή της, γιατί η ντροπή βασίζεται στην πεποίθηση ότι αν κάποιος το μάθει θα σε απορρίψει. Όταν το μοιράζεσαι και δεν συμβαίνει αυτό, η πεποίθηση αρχίζει να ραγίζει.
Δεύτερο βήμα είναι να παρατηρήσεις από πού ήρθε αυτή η ντροπή, χωρίς να ψάχνεις να τη δικαιολογήσεις ή να την αρνηθείς. Ποιες φωνές, ποιες εμπειρίες, ποια σχόλια σε έμαθαν ότι το σώμα σου είναι κάτι που πρέπει να κρύβεται ή να διορθώνεται.
Στη Χοροκινητική Ψυχοθεραπεία, η δουλειά με τη ντροπή γίνεται και μέσα από το σώμα, όχι μόνο μέσα από τα λόγια. Το να επιτρέπεις σταδιακά στο σώμα σου να πάρει χώρο, να κινηθεί ελεύθερα, να μη μαζεύεται, είναι μια βιωματική διαδικασία που βοηθά το νευρικό σύστημα να μάθει ξανά ότι το σώμα δεν χρειάζεται να κρύβεται.
Αν αναγνωρίζεις αυτή την αίσθηση έκθεσης και ντροπής, ειδικά τώρα το καλοκαίρι, θέλω να ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος ή μόνη σε αυτό, και ότι υπάρχει τρόπος να δουλέψεις αυτό το συναίσθημα σε βάθος. Αν θέλεις, μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί μου. Είμαι εδώ.

